Γράφω για τον κινηματογράφο ως μορφή μνήμης, συναισθήματος και πολιτισμικής έκφρασης. Το ενδιαφέρον μου εστιάζει σε θεματικές όπως η αποξένωση, η ανθρώπινη ευαλωτότητα, η οπτική αφήγηση και ο τρόπος με τον οποίο το χρώμα, η σιωπή και η ατμόσφαιρα διαμορφώνουν τη συναισθηματική εμπειρία του θεατή.
Μέσα από κινηματογραφικά δοκίμια, κριτικές και ακαδημαϊκές αναλύσεις, προσεγγίζω τον κινηματογράφο όχι μόνο ως μέσο αφήγησης, αλλά και ως χώρο όπου συνυπάρχουν η εικόνα, η μνήμη και το συναίσθημα.
Η γραφή μου κινείται ανάμεσα στη θεωρητική ανάλυση και το προσωπικό cinematic essay, με ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση του σύγχρονου κινηματογράφου με το αρχαίο θέατρο, τη συλλογική μνήμη και τη σύγχρονη πολιτισμική εμπειρία.
Είναι το Aftersun τόσο καταπραϋντικό για την ψυχή μας όσο μια aftersun αλοιφή; Ναι είναι!
Το Aftersun αποτελεί -κατ’ εμέ- το καλύτερο σκηνοθετικό ντεμπούτο , αυτό της Σάρλοτ Γουελς που ανέβασε ιδιαίτερα υψηλά τον πήχη για τις επόμενες ταινίες της δημιουργού. Αποτελεί μια ταινία ιδιαίτερα συναισθηματική που αφορά τις τελευταίες βιντεοσκοπημένες διακοπές μιας κόρης με τον πατέρα της σε ένα παράλιο της Τουρκίας. Το σημαντικότερο όμως που ανέδειξε η συγκεκριμένη ταινία ήταν το να γίνεσαι πραγματικά ορατός.

Η μνήμη ως αφήγηση
Η Σόφι -ως ενήλικας πια- βλέπει τη βιντεοκασέτα με τις διακοπές που μοιράστηκε με τον μπαμπά της, τον Κάλουμ και όλα όσα παρουσιάζονται είναι σαν μια ανάμνηση. Το βίντεο με την παλιά ανάλυση, οι αποσπασματικές σκηνές των διακοπών, οι φωτογραφίες, όλα εμφανίζονται μέσω της θύμησης και της εικόνας που η ίδια είχε πλάσει ως παιδί για τον πατέρα της. Σε όλη την ταινία χαρτογραφούνται οι αναμνήσεις της και αφήνονται επίτηδες αφηγηματικά κενά με σκοπό να τα συμπληρώσουν οι θεατές βάσει των συναισθημάτων τους. Η Γουέλς πέτυχε τον στόχο της και σε αυτό ακριβώς οφείλεται η επιτυχία της ταινίας, διότι ο καθένας τα συμπληρώνει με βάση τα δικά του βιώματα.
Η τέχνη του να είσαι ορατός
Σε πολλά σημεία της ταινίας πραγματεύεται το ζήτημα του πώς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρά ψυχικά προβλήματα, αλλά πρέπει να τα κρύψουν, να μείνουν θαμμένα. Στην πραγματικότητα δεν γίνεται καμία άμεση αναφορά στα ψυχολογικά προβλήματα του Κάλουμ. Οι διάλογοι είναι απλοϊκοί, όπως θα γινόταν ανάμεσα σε έναν πατέρα και την 11χρονη κόρη του. Τα μηνύματα όμως είναι βουβά και παρουσιάζουν έναν άνθρωπο που παλεύει για να κρατηθεί στη ζωή πίσω από κλειστές πόρτες.
Σε μια σκηνή κατά τη διάρκεια της ταινίας η Σόφι διαβάζει το βιβλίο της, ενώ βρίσκεται στο κεντρικό χώρο του δωματίου ντυμένη με φωτεινά χρώματα και την χωρίζει ένα τοίχος από τον πατέρα της. Ο ίδιος βρίσκεται στο μπάνιο με μια τελείως διαφορετική χρωματική παλέτα -αυτή του μπλε- που συνδέεται με την θλίψη και τον πόνο. Ενώ βρίσκονται πολύ κοντά και η Σόφι προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του, εντέλει η απόσταση που έχουν είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή που φαίνεται. Μια αίσθηση που διαγράφεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Το κυριότερο είναι πως ως ενήλικη ανατρέχει σε όλα αυτά, για να μπορέσει να δει τον πατέρα της όπως ακριβώς ήταν - σαν έναν μπαμπά που πάλευε με την ψυχική του υγεία- και όχι όπως τον θυμόταν σαν μικρό κορίτσι. Έτσι θα μπορέσει να γιατρευτεί από το τραύμα της απώλειας. Αποσκοπεί δηλαδή στο να βγάλει τον εαυτό της από τον κάδρο και να τοποθετήσει τον ίδιο, ώστε να καταλάβει την απόφασή του.

Under pressure
Προς τέλος της ταινίας βλέπουμε και την πιο δυνατή ανάμνηση που έχει η Σόφι με τον Κάλουμ, που ήταν ο τελευταίους τους χορός υπό την μουσική υπόκρουση του Under Pressure και το οποίο κούμπωσε τέλεια με τη συγκεκριμένη σκηνή. Στον χορό αυτό η μικρή Σόφι απορρίπτει τον μπαμπά της που της ζητά να χορέψουν γιατί νιώθει πως με τις κινήσεις του την ντροπιάζει, αν και τελικά του κάνει το χατίρι. Η ανάμνηση αυτή εναλλάσσεται με την εμφάνιση του σκοτεινού και αληθινού προσώπου του Κάλουμ που έρχεται αντιμέτωπος με την ενήλικη κόρη του. Ο χορός που ήταν μια χαριτωμένη πάλη όταν ήταν μικρό κοριτσάκι και μετατράπηκε τελικά σε αγκαλιά, έγινε μια κραυγή και ανάγκη για συγχώρεση που στο τέλος δεν ήρθε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει πώς τα ρούχα του Κάλουμ στη σκοτεινή αυτή σκηνή δεν ήταν τα ίδια με αυτά που φορούσε στην πραγματικότητα στο κλαμπ εκείνο το βράδυ, αλλά αυτά που φορούσε στο αεροδρόμιο όταν και την αποχαιρετούσε βλέποντας για τελευταία φορά την κόρη του. Αυτό αποδεικνύει πως για την ίδια την Σόφι αυτός ο χορός ήταν σαν το κύκνειο άσμα στην σχέσης της με τον μπαμπά της.
Βλέποντας βέβαια τις σκηνές στο αεροδρόμιο νιώθουμε πώς μετά τον θυμό και τη θλίψη έρχεται η αποδοχή, ολοκληρώνοντας έτσι τα στάδια του πένθους και αφήνοντάς μας μια γλυκόπικρη γεύση.

Το Aftersun τελικά καταπραΰνει ή διαλύει;
Το Aftersun έχει ανοιχτό τέλος, είναι μια ταινία με αφηγηματικά κενά και τα κομμάτια του παζλ τα συμπληρώνει ο θεατής κατά το δοκούν. Σίγουρα αποτελεί μια ταινία σπαρακτική, αλλά για το τι έγινε τελικά στον Κάλουμ- που ερμήνευσε εξαιρετικά ο Πολ Μεσκάλ- αλλά και για το αν η Σόφι καταφέρνει να έρθει σε επαφή και να αποδεχτεί τα σκοτάδια του τρυφέρου αλλά και συναισθηματικά χαμένου πατέρα της, δεν το διασαφηνίζει κάτι στην πλοκή της ταινίας. Το τέλος παραμένει με ερωτηματικό παρόλα αυτά η αναδρομή αυτή στο συγκεκριμένο ταξίδι είναι πιο πολύ ένα ταξίδι αποδοχής και κατανόησης της ψυχικής ασθένειας ενός σημαντικού άλλου και αυτό από μόνο του αποτελεί μια «καταπραϋντική» διαδικασία.